Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Διάλεκτοι της Ελληνικής Γλώσσας

Έχω κάνει μία συγκεντρωτική προσπάθεια στην συλλογή από προδημοσιευμένα άρθρα από επιφανείς ξένους και Έλληνες Γλωσσολόγους σχετικά με την ελληνική γλώσσα. Το έκανα και εξακολουθώ να το κάνω διότι θέλω να έχω όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα σε θέματα που αφορούν το παρελθόν και το μέλλον της γλωσσικής μας κληρονομιάς. Αυτονόητα πράγματα, πράγματα που έπρεπε να μας διδάξει η πολιτεία από τις πρώτες τάξης του Σχολείου δηλαδή την καταγωγή τη γλώσσας μας και την ποικιλία (διάλεκτος) που έπαιρνε στο διάβα του χρόνου .

Δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν έχουν κάνει οι κυβερνήσεις το Αυτονόητο , σκοπιμότητα ; μένω μέχρι εδώ και δεν θα σχολιάσω …..

Οι Διάλεκτοι της Ελληνικής Γλώσσας Είναι :

`Η ποντιακή.

Η ποντιακή είναι μία από τις λίγες διαλέκτους του ελληνικού λαού που σχετίζονται τόσο άμεσα με την αρχαία ελληνική γλώσσα. Σήμερα, με την γεωγραφική της έννοια δεν υφίσταται πλέον, όμως ακόμη και τώρα παρά το ότι πέρασε σχεδόν ένας αιώνας από τότε που ο Ποντιακός Ελληνισμός εκπατρίστηκε, εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας και κυρίως στη Μακεδονία όπου διαβιούν αμιγείς ποντιακοί πληθυσμοί. Ο γλωσσολόγος Ανθιμος Παπαδόπουλος, προβλέπει ότι με το πέρασμα του χρόνου θα συμβεί η πλήρης γλωσσική αφομοίωσή της με την επίδραση της νεοελληνικής γλώσσας και θα καταταγεί στην κατηγορία των νεκρών γλωσσών.. Η ποντιακή διάλεκτος προέρχεται από την αρχαία Ιωνική, λόγω κυρίως της καταγωγής των αποίκων του Πόντου από την Ιωνική Μίλητο. Οι επιδράσεις που δέχτηκε στο πέρασμα των 26 αιώνων ζωής, προέρχονται από την κοινή των αλεξανδρινών χρόνων, και από τη μεσαιωνική κοινή του Βυζαντίου. Επηρεάστηκε επίσης από τους Γενουάτες και Βενετσιάνους της Τραπεζούντας, τους Πέρσες και τους Γεωργιανούς, καθώς φυσικά και από τους Τούρκους. Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι, παρά τις προσμίξεις με ξένες λέξεις, αυτές δεν έμειναν αναφομοίωτες, αλλά εξελληνίστηκαν και εντάχθηκαν στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής, συμμετέχοντας έτσι στην εξέλιξη της γλώσσας. Παράδειγμα το τουρκικό ρήμα aramak έγινε στα ποντιακά αραεύω (αναζητώ), κι έδωσε νέα παράγωγα, αράεμαν (αναζήτηση-ψάξιμο) και αραευτής (ερευνητής). Χαρακτηριστικά της σημεία είναι

1.Η διατήρηση της προφοράς του ιωνικού η ως ε (νύφε αvτί νύφη, κλέφτες αντί κλέφτης, έτον αντί ήτο, κλπ.) 


2. Η διατήρηση του ιωνικού σ, αντί του τ (κοσσάρα αντί κότα, σεύτελον αντί τεύτλον κλπ.).

3. Η διατήρηση του ω (με έκπτωση σε ο) ακόμη και στις περιπτώσεις που η κοινή νεοελληνική το έχει μετατρέψει σε ου (ζωμίν αντί ζουμί, ρωθώνι αντί ρουθούνι, κωδώνι αντί κουδούνι κλπ.).

4. Η διατήρηση ασυνίζητων των φωνητικών συμπλεγμάτων -ια , -ιο (καρδία αντί καρδιά, παιδία αντί παιδιά, ποπαδία αντί παπαδιά, κλπ.).

5. Η διατήρηση του αναβιβασμού του τόνου στην κλητική (Νίκολα αντί Νικόλα, γάμπρε αντί γαμπρέ, κλπ.).

6. Η διατήρηση των θηλυκών επιθέτων σε -ος αντί σε -η ( η άλαλος αντί η άλαλη, η έμορφος αντί η όμορφη, κλπ.).

7. Η διατήρηση του αορίστου της προστακτικής σε -ου, αντί -ε (ποίσον-ποίησον αντί ποίησε, κόψον αντί κόψε, κλπ.).

8. Η διατήρηση της παθητικής κατάληξης -ουμαι (κοιμούμαι αντί κοιμάμαι, φανερούμε αντί φανερώνομαι, κλπ.).

9. Η διατήρηση της κατάληξης της προστακτικής του παθητικού αορίστου -θετε (ιωνικά) αντί του -θητε (αττικά) (αγαπηθέτε αντί αγαπηθήτε, κοιμεθέτε αντί κοιμηθείτε, κλπ.).

10. Η διατήρηση του ιωνικού ουκί, αντί του αττικού ουχί, και η μετάπτωσή του, με αφαίρεση της πρώτης συλλαβής του ου ('κι θέλω αντί δε θέλω, 'κι τρώγω αντί δεν τρώω κλπ.). Το αρνητικό μόριο 'κι διαστέλλει την ποντιακή διάλεκτο από όλες τις άλλες ελληνικές διαλέκτους που έχουν το μόριο δεν, προερχόμενο από το αρχαίο ουδέν. Οι Πόντιοι έχουν τη λέξη τιδέν (τίποτε, καθόλου), που προήλθε από το ουδέν. Οι προσωπικές αντωνυμίες που μπαίνουν ως αντικείμενα των ρημάτων, τοποθετούνται πάντα μετά από αυτά. (λέγωσε αντί σου λέω, κρούωσε αντί σε χτυπώ, φιλώσε αντί σε φιλώ, κλπ).
Αξίζει να σημειωθούν ορισμένες από τις πολυάριθμες αρχαίες ελληνικές λέξεις που διατηρήθηκαν ως σήμερα: βοτρύδιν (τσαμπί), λιμός (πείνα), 'στούδιν (κόκκαλο), ωβόν (αυγό), ωτίν (αυτί), έγκα (αρχαίο ήνεγκα-έφερα), τ' εμόν (το δικό μου), τ' εμέτερον (το ημέτερον, το δικό μας) κ.λπ.



Κρητική,

Η Κρητική διάλεκτος είχε όλα τα προσόντα για να εξελιχθεί σε Κοινή Νεοελληνική (λεξιλογικό πλούτο, συνθετική και παραγωγική ικανότητα, εκφραστικότητα), όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, για δύο περίπου αιώνες, τα λογοτεχνικά της έργα ήταν σχεδόν τα μοναδικά πανελλήνια λαϊκά αναγνώσματα. Η ιστορική ωστόσο συγκυρία δεν στάθηκε ευνοϊκή. Ετσι παρέμεινε διάλεκτος, αλλά πάντως η μακροβιότερη στον ελλαδικό χώρο και η σημαντικότερη λόγω της αρχαϊζουσας συντηρητικής μορφής της, για όσους μελετούν την ιστορία της γλώσσας μας. Εξω από τα όρια της Κρήτης, η διάλεκτος μιλιέται ακόμη στο χωριό Χαμιδιέ της Συρίας, καθώς και από τους μουσουλμάνους κρητικούς που εγκαταστάθηκαν το 1923 στα παράλια κυρίως της Μικράς Ασίας. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ευφωνία της διαλέκτου, που οφείλεται αφενός στον νότιο φωνηεντισμό (τα φωνήντα μένουν απαθή) και αφετέρου στην αποφυγή δυσπρόφερτων συμφωνικών συμπλεγμάτων (αθός = ανθός, άθρωπος = άνθρωπος). Ανεπιτυχείς είναι οι προσπάθειες μη κρητικών να μιμηθούν τον μουσικότατο επιτονισμό της διαλέκτου. Ο λεξιλογικός πλούτος είναι μεγάλος. Πολλές κρητικές λέξεις δεν απαντούν στην Κοινή Νεοελληνική ή απαντούν σε άλλες σημασίες: κουζουλός (παλαβός), ζάλο (βήμα), πράμα (τίποτε), πυρόβολος (αναπτήρας). Πάμπολλοι είναι και οι αρχαϊσμοί: αμπώθω (αρχ. απωθώ), ρέγομαι (αρχ. ορέγομαι), χοχλιός (αρχ. κοχλίας), καθώς και τα βυζαντινά κατάλοιπα: σπολλάτη (εις πολλά έτη). Υπάρχουν φυσικά και δάνεια κυρίως από τα ιταλικά (φιλιότσος, στιβάνι) και τα τουρκικά (ντελικανής, μπεγίρι = άλογο)

 Κυπριακή 

Η Κυπριακή διάλεκτος αποτελεί στη σύγχρονη εποχή τη μοναδική πραγματικά ζωντανή ελληνική διάλεκτο, η οποία είναι μητροδίδακτη και παραγωγική στο νησί τής Κύπρου. Ανήκει στον γεωγραφικό και διαλεκτικό χώρο τής αρχαίας Αρκαδοκυπριακής και, μολονότι δεν προέρχεται άμεσα από αυτήν, είναι δυνατόν ακόμη και σήμερα να εντοπίσει κανείς κατάλοιπά της στο λεξιλόγιο των ομιλητών Κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής Κοινής και των πρώιμων μεσαιωνικών χρόνων, θεωρείται ότι η Κυπριακή διάλεκτος αποτέλεσε μέρος μιας ζώνης ανατολικών διαλέκτων (με δωρικές επιρροές), στις οποίες ανήκαν τα ιδιώματα των Δωδεκανήσων και της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, η κοινή αυτή πορεία διακόπηκε το 1191 από τους σταυροφόρους, όταν η Κύπρος τέθηκε υπό τη γαλλική δυναστεία των Λουζινιανών και, ως εκ τούτου, μεταβλήθηκε σε φραγκικό κρατίδιο. Φαίνεται ότι μέσα στους τρεις επόμενους αιώνες η διάλεκτος απέκτησε τα περισσότερα από τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της, όπως επιμαρτυρείται από τα πρώτα διαθέσιμα κείμενα, που είναι οι νομικού περιεχομένου Ασσίζες (14ος αι.) και το Χρονικόν τού Λεοντίου Μαχαιρά (15ος αι.). Η μακρά παρουσία των Φράγκων ερμηνεύει την είσοδο αρκετών λέξεων από την παλαιά Γαλλική, οι οποίες απουσιάζουν από άλλες διαλέκτους τής Ελληνικής. Επιπλέον, η απομόνωση της διαλέκτου επί τόσους αιώνες εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα της μεσαιωνικής γραμματικής τής ελληνικής γλώσσαςΗ θέση της Eλληνικής γλώσσας στην Κύπρο δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια, αν δεν οριστούν ταυτόχρονα οι γλωσσικές ποικιλίες με τις οποίες συμβιώνει ή βρίσκεται σε αντιπαράθεση. Θα πρέπει, λοιπόν, να αναφέρουμε, καταρχάς ότι η ελληνική μαζί με την τουρκική αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα του 1960 ως επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική εξακολουθεί να εμφανίζεται σε ορισμένα επίσημα έγγραφα και εμβλήματα της κρατικής οντότητας (διαβατήρια, γραμματόσημα, χαρτονομίσματα), δεν χρησιμοποιείται όμως για σκοπούς επικοινωνίας παρά μόνο στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο και από τους Τουρκοκύπριους που επέλεξαν να παραμείνουν στην ελεύθερη Κύπρο.

Οι Κύπριοι είναι φυσικοί ομιλητές μιας διαλεκτικής ποικιλίας ελληνικής, που χρησιμοποιείται κυρίως στον προφορικό λόγο και σε είδη γραπτού λόγου που κινούνται εκτός ή στο περιθώριο των γλωσσικών συμβάσεων -ποιητικός ή ελάσσων λογοτεχνικός λόγος, π.χ. εγχώρια θεατρική παραγωγή. Η κυπριακή διάλεκτος έχει υποστεί ποικίλες επιδράσεις από διάφορες γλώσσες όπως οι νεολατινικές, ενετική, μεσαιωνική γαλλική, καταλανική, αλλά και από την αραβική, την τουρκική και πιο πρόσφατα την αγγλική, γλώσσες με τις οποίες βρέθηκε σε επαφή στη διάρκεια της ιστορίας της. Παράλληλα με την κυπριακή και όταν οι περιστάσεις το απαιτούν (τυπικότητα της επικοινωνίας, παρουσία Ελλαδιτών), οι Κύπριοι ομιλητές κάνουν χρήση μιας ποικιλίας νεοελληνικής που παρουσιάζει αρκετές ιδιοτυπίες σε σχέση με το ελλαδικό πρότυπο, επειδή επηρεάζεται από τη διάλεκτο σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα, φωνητικό, σημασιολογικό, λεξιλογικό και μορφολογικό. Κυπριακή διάλεκτος (Κυπριακή Ελληνική ή Κυπριακά) είναι η διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται από περίπου 850,000 στην Κύπρο και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Κύπρου της διασποράς, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και την Ελλάδα. Σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιείται ως επίσημος γραπτός λόγος, αλλά είναι η κοινή ομιλουμένη των περισσοτέρων Ελληνοκυπρίων. Είναι επίσης η πρώτη γλώσσα πιο ηλικιωμένων Τουρκοκυπρίων από χωριά όπως η Λουρουτζίνα και από την περιοχή της Τυλληρίας. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι Τουρκοκύπριοι μιλούν τα Ελληνικά με Κυπριακή Διάλεκτο ως δεύτερη γλώσσα. .

Άλλοι σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία τής διαλέκτου, οι οποίοι άφησαν αξιοσημείωτα ίχνη στη σύγχρονη μορφή της, υπήρξαν η Ενετοκρατία (από το 1489) και κατόπιν η Τουρκοκρατία (από το 1571). Τέλος, η ισχυρή πολιτιστική επιρροή τής αγγλικής γλώσσας είναι εμφανής (από το 1878) και συνεχής στην Κυπριακή διάλεκτο.

Από διαλεκτολογικής πλευράς η Κυπριακή συγκαταλέγεται στα νότια ιδιώματα της ελληνικής γλώσσας, καθώς διατηρεί αμετάβλητα τα φωνήεντα των ατόνων συλλαβών (εν αντιθέσει προς τα βόρεια ιδιώματα, όπου παρατηρούμε εκτεταμένες στενώσεις και κωφώσεις). Ακόμη ανήκει στη λεγόμενη νησιωτική ζώνη τού ίντα, επειδή χρησιμοποιεί την αντωνυμία ίντα (< τι ένι τα) αντί της αντωνυμίας τι στην εισαγωγή ερωτηματικών προτάσεων. Στην ίδια διαλεκτική ζώνη ανήκουν επίσης η Κρητική διάλεκτος, καθώς και τα ιδιώματα των Κυκλάδων και της Δωδεκανήσου. Συνήθως, σε επίσημο περιβάλλον θεωρείται πιο αποδεκτή η χρήση της Κοινής Νέας Ελληνικής (όπως στα σχολεία, στο κοινοβούλιο, στα μέσα ενημέρωσης και στην παρουσία μη Κυπρίων ομιλητών της Ελληνικής). Από γλωσσολογικής πλευράς υπάρχει διμορφία ανάμεσα στην Κοινή Νέα Ελληνική και την Κυπριακή διάλεκτο. Στη νεότερη εποχή σημαντικοί ποιητές όπως ο Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) και ο Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) και ακόμα νεότεροι όπως ο Παύλος Λιασίδης (1901-1985) κάνουν χρήση της διαλέκτου σε γραπτή μορφή. Πολλοί άλλοι λογοτέχνες, συνήθως ποιητές αλλά και πεζογράφοι, χρησιμοποιούν ακόμα την Κυπριακή διάλεκτο. Υπάρχει επίσης πληθώρα κυπριακών τραγουδιών (παραδοσιακά, δημοτικά και σύγχρονα), αλλά και σκετς, θεατρικά και τηλεοπτικές σειρές που χρησιμοποιούν τη διάλεκτο. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται να αφομοιωθεί από την κοινή ελληνική η Άλλο γλωσσικό ιδίωμα και να καταλήξει Νεκρά γλώσσα στον Μέλλον όπως γίνεται με την Ποντιακή διάλεκτο .

Τσακωνική,

Η τσακώνικη διάλεκτος θεωρείται από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Η αρχαιότητα και η καταγωγή της διαλέκτου αποδείχθηκε και από τον μεγάλο Γερμανό φιλόλογο Μιχαήλ Δέφνερ. Τα τσακώνικα είναι επιβίωση της αρχαίας Λακωνικής και το μοναδικό γλωσσικό ιδίωμα, από αυτά που κρατούν από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, το οποίο έμεινε ζωντανό- δηλαδή ομιλούμενο- τουλάχιστον στον Ελλαδικό χώρο. (Εκτός του Ελλαδικού χώρου παρόμοιους δεσμούς έχουν η Ποντιακή, η Καππαδοκική και τα Ελληνικά της Νότιας Ιταλίας). Η σπανιότητα οφείλεται στο γεγονός ότι από τον 3ο αιώνα π.Χ. και εντεύθεν, όπως είναι γνωστό, επικράτησε στον ελληνικό κόσμο η Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική Κοινή, που προήλθε από την Αττική διάλεκτο και είχε υπερδιαλεκτικό χαρακτήρα. Διάδοχός της ήταν η Μεσαιωνική ελληνική (6ος –18ος αι.) που εξελίχθηκε στη σημερινή Νέα Ελληνική. Ετσι, τα τσακώνικα θεωρούνται παραφθορά και εξέλιξη της αρχαίας Λακωνικής, αναμεμιγμένη με όλες τις επιρροές της ελληνικής γλώσσας κατά την εξέλιξή της μέχρι σήμερα. Ομιλείται στις περιοχές της Κυνουρίας όπου υπάρχει τσακώνικος πληθυσμός, δηλαδή στον Τυρό, τα Σαπουνακαίικα, τα Μέλανα, τον Αγιο Ανδρέα, την Πραματευτή, τη Βασκίνα, το Λιβάδι, τη Σαμπατική, τον Πραστό, τη Σίταινα και την Καστάνιτσα.

 Γκρεκάνικη .

H γρεκάνικη ομιλείτε από τους ελληνόφωνους της Νοτίου Ιταλίας, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τον 8ο π.Χ. αιώνα, στον δεύτερο αποικισμό. Τώρα έχουν μείνει στην Απουλία εννέα χωριά και στην Καλαβρία πέντε, που κατοικούνται από 'Ελληνες της Μεγάλης Ελλάδας οι οποίοι μιλούν το δικό τους ελληνικό ιδίωμα, τα γκρεκάνικα. Στις συγκεκριμένες περιοχές λειτουργούν τμήματα διδασκαλίας νέων ελληνικών για μαθητές και ενηλίκους, καθώς από το 1994 το υπουργείο Παιδείας έχει αποσπάσει έξι δασκάλους για να διδάξουν στους κατοίκους τα νέα ελληνικά. Στη Σικελία υπάρχουν ακόμη έξι χωριά που κατοικούνται από Ελληνοαρβανίτες, οι οποίοι έφθασαν εκεί μετά την πτώση της Κων/πολης. 'Ομως, ιστορικές αναφορές για εμπορικές σχέσεις μεταξύ των Κρητών και των Σικελών υπάρχουν από τη μινωική εποχή. Στα ιστορικά χρόνια άκμασαν οι ελληνικές πόλεις της Σικελίας. Η Καλαβρία υπήρξε για μια περίπου χιλιετία σημαντικό κέντρο του ελληνισμού. Οι απόγονοι αυτών των πρώτων μεταναστών καταφέρνουν να κρατήσουν ζωντανά τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων. Με τις ελληνικές επιγραφές στους δρόμους, με την γκρεκάνικη διάλεκτο, με τα τραγούδια τα οποία περνάνε από γενιά σε γενιά. Ωστόσο, η γλώσσα των αριθμών είναι σκληρή και γεννά ανησυχίες για το μέλλον των ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας. Ο πληθυσμός στα ελληνόφωνα χωριά μειώνεται συνεχώς, αφού οι νέοι στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια μετακινούνται προς τον πλούσιο Βορρά. Οι προσπάθειες οι οποίες γίνονται επικεντρώνονται στην αναγκαιότητα της διατήρησης του ελληνικού ιδιώματος της Καλαβρίας. Τα ελληνικά της Καλαβρίας, που είναι μετεξέλιξη της αρχαίας δωρικής, διατηρήθηκαν για αιώνες και δεν πρέπει να χαθούν. Επειδή, όμως, δεν είναι γραπτή γλώσσα, κινδυνεύουν. Το επίσημο ελληνικό κράτος ύστερα από μια μακρά περίοδο αδιαφορίας για τα προβλήματα των ελληνοφώνων της Καλαβρίας μάς ξάφνιασε θετικά με τη δημιουργία του Ινστιτούτου Ελληνόφωνων Σπουδών, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί η ελληνική γλώσσα. 'Ισως οι υπεύθυνοι τελικά αντελήφθησαν ότι η ιστορική παρουσία του ελληνισμού αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της αφομοίωσής της μέσα σε μια όλο και πιο διευρυμένη πολιτισμική χοάνη.

Και τέλος η μαριουπολίτικη :

Διάλεκτος στην Oυκρανία Στη νοτιοανατολική Oυκρανία (περιοχή Mαριούπολης) ζουν σήμερα περίπου 700.000 'Ελληνες( δηλ μία Κύπρος) , οι οποίοι αποτελούν και τον πιο συμπαγή ελληνικό πληθυσμό στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής 'Ενωσης. H πλειοψηφία τους μιλά μια νεοελληνική διάλεκτο, η οποία ονομάζεται μαριουπολίτικη, ταυρορουμαίικη ή ελληνο-κριμαϊκή, επειδή οι φορείς της μετοίκησαν στη Mαριούπολη το 1778 από την Kριμαία

Τι συμβαίνει τώρα στην Κύπρο;

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι περιγράφουν τη σχέση της κοινής Ελληνκής με τη διάλεκτο ως "γλωσσική διμορφία"· θεωρούν δηλαδή ότι την κοινή γλώσσα και τη διάλεκτο τις συνδέει και τις χωρίζει ό,τι περίπου συνέδεε και χώριζε την καθαρεύουσα από τη δημοτική. Με αυτή τη σημαντική μετατόπιση: "δημοτική" στην Κύπρο είναι η διάλεκτος· και "καθαρεύουσα" η δημοτική. Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά αυτή την ιδιόρρυθμη γλωσσική κοινότητα, στην οποία η δημοτική ορίζεται ως ένα άλλο είδος καθαρεύουσας. Επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η ελληνική και η τουρκική. Η τουρκική όμως χρησιμοποιείται πια μόνο στην κατεχόμενη Κύπρο. Ως ελληνική αναγνωρίζεται η πρότυπη, τυποποιημένη μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, η «κοινή νεοελληνική» ή δημοτική. Στο λεξιλόγιο και τη γραμματική πολλές και σημαντικές είναι οι διαφορές της διαλέκτου από την κοινή γλώσσα. Ας σταθούμε εδώ σε μια εξωτερική διαφορά, παραγνωρισμένη αλλά προφανή: η κοινή είναι γλώσσα τυποποιημένη, η διάλεκτος όχι. Για τη διάλεκτο, εννοείται, δεν υπάρχουν χρηστικά λεξικά, πρακτικές γραμματικές, εγχειρίδια εκμάθησης και οδηγοί «σωστής χρήσης», (του τύπου «Πώς να γράφετε σωστά κυπριακά»). Δεν υπάρχουν καν ευρύτερα αποδεκτές ορθογραφικές συμβάσεις (πρόβλημα που αντιμετωπίζει και η έκδοση κειμένων της κυπριακής γραμματείας). Η μόνη θεσμική ορθογραφική ρύθμιση της διαλέκτου επιχειρήθηκε πριν από λίγα χρόνια από τη «Μόνιμη Επιτροπή Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων» του κυπριακού Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Η επιτροπή αυτή θέλησε να «εξομαλύνει» τους τύπους της λαϊκής παράδοσης προς την κατεύθυνση υποτιθέμενων τύπων της κοινής· έτσι, τα τοπωνύμια «Αγλαντζιά», «Λατσιά» και «Βυζατσά» έγιναν αντιστοίχως «Αγλαγγιά», «Λακκιά» και «Βυζακιά» (ή ΒΥΖΑΚΙΑ στην κεφαλαιογράμματη γραφή των πινακίδων). Οι ρυθμίσεις αυτές θεωρήθηκε ότι προσβάλλουν την πολιτισμική ταυτότητα των Κυπρίων, συνάντησαν έντονες αντιδράσεις και σταδιακά εγκαταλείφθηκαν ή ατόνησαν. Η έλλειψη τυποποίησης βέβαια δεν εγγυάται τη «φυσικότητα» της διαλέκτου. Η διάλεκτος είναι «φυσική» γιατί μαθαίνεται με «φυσικό» τρόπο. Η κυπριακή μαθαίνεται και δεν διδάσκεται· μαθαίνεται δηλαδή με τον ανεπίγνωστο τρόπο της μητρικής γλώσσας. Αντίθετα, η κοινή νέα ελληνική διδάσκεται και μαθαίνεται, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η κοινή γλώσσα στην Κύπρο είναι λοιπόν μια γλώσσα «πρόσθετη» και επιβεβλημένη, αφού η εκμάθησή της αρχίζει μετά την κατάκτηση της διαλέκτου, γίνεται με τεχνητό τρόπο, με βιβλία και δασκάλους, σταδιακά, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, για τις ανάγκες κυρίως του γραπτού λόγου. Κοινή γλώσσα και διάλεκτος χρησιμοποιούνται στην Κύπρο στο πλαίσιο ενός ευρύτατα διαδεδομένου γλωσσικού καταμερισμού· χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιστάσεις και επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες. Αυτή η λειτουργική κατανομή μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την κοινωνική θέση και τις ιδεολογικές πεποιθήσεις των ομιλητών. Ορισμένες σταθερές όμως είναι αναγνωρίσιμες. Η διάλεκτος θα χρησιμοποιηθεί περισσότερο στα είδη του γραπτού λόγου, όπου βαραίνει η προφορική παράδοση: στην ποίηση και στο θέατρο (ιδιαίτερα δημοφιλές είναι το «κυπριώτικο σκετς»). Θα παρεισφρήσει σε πεζογραφήματα με κυπριακή θεματογραφία και ηθογραφία. Αλλά δεν θα χρησιμοποιηθεί για τη συγγραφή ενός δοκιμίου. Τα διοικητικά και νομικά έγγραφα είναι τα περισσότερα στην κοινή -λιγοστά στην αγγλική. Στην κοινή εκδίδεται ο ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, με ελάχιστες και προβλεπόμενες εξαιρέσεις (λ.χ. τις σατιρικές στήλες). Η κοινή λοιπόν κυριαρχεί στα περισσότερα πεδία του γραπτού λόγου, ακόμα και σε προφορικά εκφερόμενο γραπτό ή γραφογενή λόγο (λ.χ στα δελτία ειδήσεων, σε μαθήματα, διαλέξεις, κηρύγματα, πολιτικές ομιλίες κ.λπ.). Στον προφορικό λόγο, αντίθετα, κυριαρχεί η κυπριακή, ιδιαίτερα σε περιστάσεις συνομιλίας μεταξύ οικείων, για καθημερινά, διαπροσωπικά, ιδιωτικά, ανεπίσημα ζητήματα ή συνδιαλλαγές (λ.χ. στα ψώνια). Δεν συνηθίζεται χρήση της κοινής σε καθημερινές περιστάσεις επικοινωνίας, μπορεί όμως να υπαγορεύεται από την παρουσία «ελλαδιτών», την αίσθηση σοβαρότητας που περιβάλλει τη συζήτηση ή την επιδίωξη κοινωνικού κύρους. Η λειτουργική διαφοροποίηση μεταξύ κοινής και διαλέκτου γίνεται συχνά αντιληπτή με όρους αντιθετικούς. Διαφορετική, κατ' αρχάς, είναι η αίσθηση του κύρους που περιβάλλει τις δύο γλωσσικές ποικιλίες. Η κοινή έχει το κύρος της τυποποιημένης γλώσσας («τα ωραία/σωστά ελληνικά»), ενδέχεται όμως να δίνει την αίσθηση γλώσσας «τεχνητής», «κυριακάτικης», κατάλληλης μόνο για «επίσημες» περιστάσεις. Ο Κύπριος που χρησιμοποιεί αδιάκριτα την κοινή γλώσσα λέγεται ότι «ελληνικουρίζει» ή «καλαμαρίζει». Από την άλλη, η διάλεκτος αντιμετωπίζεται με το γνωστό σύμπλεγμα αρνητικών και θετικών αξιολογήσεων: είναι «γλώσσα των αγράμματων» -«χωριάτικα»-, «κατώτερη», «ατελής», «χωρίς γραμματική», αλλά και γλώσσα «οικεία», «απροσποίητη», «φυσική». Αυτές οι λανθάνουσες αξιολογήσεις αποκτούν ιδιαίτερη ένταση όταν εκφράζονται με όρους ιδεολογικούς. Ας σημειωθεί ότι ο κυπριακός Τύπος ασχολείται συχνά, και μάλιστα με τρόπο έντονα πολεμικό, με το τοπικό «γλωσσικό ζήτημα», τη σχέση δηλαδή κοινής-διαλέκτου. Η κυπριακή κοινότητα έχει συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα στις δύο γλωσσικές ποικιλίες και κάποτε αντιλαμβάνεται τη διαφορά αυτή ως ρήξη. Δεξιοί και αριστεροί, ενωτικοί και ανεξαρτησιακοί, απορριπτικοί και ενδοτικοί, εθνικιστές και νεοκύπριοι, άλλοτε φανερά και άλλοτε συγκαλυμμένα, θέτουν υπό την ιδεολογική τους προστασία είτε την κοινή γλώσσα είτε τη διάλεκτο και μας καλούν να διαλέξουμε μία από τις δύο. Ιδού λοιπόν μία γλωσσική κοινότητα όπου η «κοινή νέα ελληνική» ή δημοτική γλώσσα αποδεικνύεται ένα είδος καθαρεύουσας, αφού δεν είναι η «φυσική» γλώσσα αυτών που τη μιλούν, γίνεται αντιληπτή ως «τεχνητή» και εξεζητημένη, χρησιμοποιείται κυρίως στο γραπτό λόγο, σε επίσημες περιστάσεις, αλλά όχι στην καθημερινή επικοινωνία, και τέλος, κρίνεται με ιδεολογικούς όρους, τους όρους ενός γλωσσικού ζητήματος. Αμαν Ξέχασα την κοινή νέα ελληνική!!!! Για την νέα ελληνική γλώσσα που μιλιέται -στην κοινή της μορφή (κοινή νέα ελληνική)- στην Eλληνική Δημοκρατία, στην Kυπριακή Δημοκρατία (από την ελληνοκυπριακή κοινότητα) και, σε διάφορους βαθμούς επάρκειας, στην ελληνική διασπορά. H.Π.A., στην Aυστραλία, , στον Kαναδά και στη Γερμανία θα σας ενημερώσω άλλη φορά  

Δεν υπάρχουν σχόλια: